Wednesday, September 24, 2008

Jon Oliva's Pain - Global Warning

Στη μουσική όπως και στον έρωτα υπάρχουν οι καψούρες. Νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερη λέξη για να περιγράψει αυτό που νιώθω για τον Jon Oliva. Δεν είναι και φάτσα για να την ερωτευτείς αλλά αυτή η φωνή είναι άκρως ερωτεύσιμη. Ας παραβλέψουμε το γεγονός πως ο ευτραφής αυτός κύριος διαθέτει μοναδική και τσίτα αναγνωρίσιμη χροιά. So what, το ίδιο συμβαίνει και με χίλιους δυό άλλους τροβαδούρους. Το ζουμί είναι σε αυτά που κάνει. Στο πάθος με το οποίο ερμηνεύει, το πώς ζει τους στίχους, πως κραυγάζει, πως φτύνει τις λέξεις. Ώρες ώρες νομίζω πως είναι στα πρόθυρα εγκεφαλικού και καρδιακής προσβολής μαζί και τραγουδάει τους στίχους του σαν να είναι μία τελευταία διαθήκη που πρέπει πάση (ρε μπας και γράφεται πάσει? Δεν θυμάμαι…) θυσία να ακουστεί. Ερωτεύτηκα τους Savatage κυρίως λόγω του Jon αλλά έμαθα να τους αγαπώ και χωρίς αυτόν. Μου έλειπε όμως η φωνή του. Δεν λέω, ξεχαρμάνιασα με το δισκάκι των Doctor Butcher τότε στα μέσα των nineties. Ήταν σαν να το έσκασε από το ψυχιατρείο αυτός ο μυστήριος χοντρός και φορώντας ακόμα το ζουρλομανδία μπήκε στο στούντιο και να το ηχογράφησε. Θεόμουρλος και αρρωστημένος δίσκοντας που τον απολαμβάνω στα κρυφά που και που. Ήρθε και το 97 μαζί με τους Savatage για εκείνη την αξέχαστη συναυλία στο Ρόδον. Δεν σας κρύβω πως δάκρυσα εκείνη τη μέρα… Τα Transiberian Orchestra δισκάκια είναι καλά για το τραπέζι της γαλοπούλας, να μασουλάς πράσο ογκρατέν της μαμάς και να το ακούς να παίζει από πίσω. Εγώ όμως θέλω τον παλιό το Jon. Δύσκολο θα μου πείτε. Τσακισμένος από το χαμό του αδερφού του, λιωμένος από τα ξύδια και τη ντόπα δεν πρόκειται να είναι ποτέ πιά ο ίδιος.


Δεν σας κρύβω πως από την αρχή δεν είδα με καλό μάτι τη φάση με τους Pain. Ο Jon τους πλασάρει σαν τους νέους Savatage. Έκανα μία προσπάθεια να ακούσω το πρώτο όταν βγήκε αλλά δεν μου έκατσε με τίποτα. Δεν το πολυθυμάμαι σαν μουσική αλλά αυτό που θυμάμαι είναι το ότι μου έδωσε την εικόνα του καταρακωμένου Oliva που θρηνούσε πάνω από ένα πιάνο για τα σκατά της ζωής κρατώντας μία μπουκάλα μπέρμπον μέσα σε μια χαρτοσακούλα.


Είπα να δώσω μια ακόμα ευκαιρία στον παλιό μου φίλο. Πήγα και πήρα το Global Warning. Το άκουσα. Τα συναισθήματά μου είναι ανάμικτα. Πρώτα απ’όλα δεν πρόκειται για τους αντικαταστάτες των Savatage. Σιγά τα ωά θα μου πείτε. Αυτό το ξέραμε. Οι Pain λοιπόν είναι ένας μουσικός Φρανκενστάιν. Παίρνουμε το πτώμα των Savatage και το μπολιάζουμε με εξαρτήματα από Doctor Butcher. Λασκάρουμε λίγο τις βίδες και βάζουμε τον Jon στο πιάνο. Κεραυνός και… πάμε! Για να δούμε τι θα βγεί… Ξεκινάμε με ταρατατζούμ εισαγωγή αλά Paul ONeil. Δεν μου λέει κάτι. Το Look at the World είναι κλασσικό πεσιμιστικό Oliva κομμάτι με πιάνο. Ναι το ξέρω, όλα είναι σκατά μπλα μπλα μπλα. Το Adding the Cost είναι το πρώτο ενδιαφέρον τραγούδι του δίσκου και πιθανότατα το καλύτερο. Σε φάση Doctor Butcher με το Jon να σε ταξιδεύει για λίγο στα παλιά. Το Before I Hang ξεκινάει σαν άλλο ένα Look at the World αλλά καλύτερο μα στο ρεφραίν βλέπω τον Jon που θέλω. Ουρλιάζει και σίγουρα γυαλίζει και το μάτι του. Ωραία και η κιθάρα. Και μετά από ένα ρουτινιάρικο κόψιμο φλέβας στο Firefly που μυρίζει Pink Floyd από χιλιόμετρα, πάμε στο απαράδεκτο Master. Πειραματικό μπητάτο με σαμπλάκια. Καταλαβαίνω πως ο Jon θέλει να περάσει μηνύματα με αυτό το κομμάτι αλλά δεν μ’αρέσει ο τρόπος. Σόρυ. Το The Ride το κρατάω για το σόλο του. Και πάλι δεν μου δίνει αυτό που θέλω. Είμαι αυστηρός κριτής, το ξέρω. Τον αγαπάω όμως το μπούστη το χοντρό. Στο O to G (άλλη μια πιανάτη μπαλάντα by the way) θα ακούσετε το Jon σε σημεία να τραγουδάει με τρόπο διαφορετικό. Ενδιαφέρον αν μη τι άλλο. Το Walk Upon the Water είναι άλλο ένα τραγούδι στο κλασσικό ύφος πιάνο ιντερλούδιο – ρεφραίν κορύφωση – κουπλέ αυτοκτονία. Το Stories που ακολουθεί συναγωνίζεται το Adding the Cost. Μπορεί και να είναι αυτό το καλύτερο κομμάτι. Με γέφυρα τελείως Doctor Butcher, και γαμώ τις κιθάρες και ένα πανέξυπνο τρικ αλά Queen στο κουπλέ. Έτσι σε θέλω Γιάννη! Και πάνω που παίρνεις τα πάνω σου πάρε μπαλάντα καμπαρέ Open Up Your Eyes. Δεν είναι κακό ρε γαμώτο αλλά είναι του κιλού. Στο You Never Know βρίσκουμε πιθανότατα την πιο Savatage στιγμή του δίσκου. Έχει και το trademark ουρλιαχτό! Ξενερώνω κάπως με το Someone/Souls. Πάλι οι κιθάρες και το σόλο σε κρατάνε από το να πέσεις στην αγκαλιά του Μορφέα ή να ξυραφίζεις τις φλέβες σου. Διάλεξε και πάρε. Το μπόνους του σιντί είναι αρκετά περίεργο. Έχει αυτή την αρρωστημένη ατμόσφαιρα και ο Jon ακούγεται σαν τον Alice Cooper σε φάσεις. Οκ, μ’άρεσε.

Ώρα για επίλογο τώρα, έτσι? Μόνο που δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν μετάνιωσα που αγόρασα το δίσκο. Αν θα τον βάλω να ξαναπαίξει? Μάλλον αλλά όχι ολόκληρο. Νομίζω πως καταλάβατε ποια τραγούδια θα διαλέξω όταν το βγάλω από το ράφι κάποια στιγμή. Ίσως και να ήταν μια μορφή ψυχανάλυσης αυτές οι ακροάσεις. Με βοήθησαν να συμβιβαστώ με το γεγονός πως δεν υπάρχει πιά ο παλιός Jon που ήξερα. Είναι αλλού τώρα και οφείλω να το σεβαστώ. Τον αγαπάω όμως ακόμα το μπούστη…