Monday, May 31, 2010

Οι χειρότεροι δίσκοι...έβερ...

Εδώ και καιρό ήθελα να ξεκινήσω μια θεματική ενότητα που θα περιελάμβανε μερικά από τα χειρότερα άλμπουμ που έχω ακούσει στη ζωή μου. Πάρτε τα τρία πρώτα λοιπόν! Σίγουρα δεν είναι οι χειρότεροι δίσκοι που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ αλλά είναι αρκετά κακοί ώστε η θύμησή τους να με κάνει να ξεβαρεθώ και να κάτσω μπροστά από το πληκτρολόγιο.

Majesty – Reign in Glory

Αυτό το συγκρότημα με προβλημάτισε από τη στιγμή της δημιουργίας του. Σίγουρα υπάρχουν πολύ χειρότερα γκρούπ και έχουν κυκλοφορήσει πολύ μεγαλύτερες και πιο αχνιστές κουράδες από το Reign in Glory και τα αδερφάκια του αλλά αυτός ο παραλληλισμός με τους απόλυτους Θεούς (τους Manowar ρε στόκε) πάντα με έκανε να θέλω να βάλω τους αντίχειρες στα μάτια μου και να τα πετάξω έξω από τις κόγχες τους. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως οι Majesty θα πουλάγανε το κωλοτρυπίδι τους στο Διάολο προκειμένου να μοιάσουν έστω και ελάχιστα στους Νεουορκέζους βασιλιάδες του Ατσαλιού αλλά το να θέλεις κάτι πολύ δεν σημαίνει πως θα το καταφέρεις κιόλας. Αλλιώς όλοι μας θα πηδάγαμε μοντέλα και πορνοστάρ πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Άσε που δεν νομίζω πως η σούφρα των Majesty θα ενδιέφερε ιδιαίτερα το Σατανά. Στο διά ταύτα λοιπόν, ο δίσκος φέρει τη σφραγίδα του βασιλιά της γερμανικής metal μετριότητας Rolf Munkes. Όντας ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της αδιαφορίας και του ανούσιου songwriting, ο Munkes μπορεί να εξοντώσει ολόκληρα Κ.Α.Π.Η. από τη βαρεμάρα. Ο τύπος κάνει το Αλτζχάημερ να μοιάζει με λύτρωση. Πάρε λοιπόν όλο αυτό το φεστιβάλ χασμουρητού που έχει ετοιμάσει ο Munkes και δώστο να στο τραγουδήσει ο συμπαθής κατά τα άλλα μα ακατάλληλος στο να άδει, Tarek Maghary. Η φωνή του Maghary έχει την ίδια επίδραση στα αυτιά του ακροατή με δύο γυαλόχαρτα που τρίβονται μεταξύ τους. Άχρωμος, άοσμος, άγευστος σαν αέριο Σαρίν διεισδύει στο νευρικό σύστημα του απροετοίμαστου ακροατή και καταφέρει καίριο πλήγμα στις ζωτικές του λειτουργίες. Θα αγόραζα με μεγάλη ευχαρίστηση κεμπάπ, κιλίμια, μαλλί της γριάς ή σπαθιά σαμουράι απομίμηση από τον Maghary αλλά για όνομα του Θεού δεν μπορώ να τον ακούω να τραγουδάει! Η υπομονή μου δοκιμάστηκε αρκετές φορές κατά την ακρόαση του δίσκου και το γούστο μου δέχθηκε καίρια πλήγματα. Τώρα όμως είμαι καλά.

George Letich’s Armageddon – Egyptian Suite

Κάποιος μου κάνει πλάκα, έτσι? Δηλαδή δεν παίζει κάποιος να ηχογράφησε στα σοβαρά αυτό το δίσκο και να τον έβγαλε στην αγορά. Οι Γιουγκοσλάβοι Armageddon είχαν κυκλοφορήσει το αξιοπρεπές Heavy Metal Saga το 2002 (μία ανθολογία με παλαιότερες ηχογραφήσεις που μέχρι τότε ήταν διαθέσιμες μόνο σε κασέτα) ενώ ο Georgi Letic ήταν γνωστός και από τη συμμετοχή του στους πολύ καλούς Tornado. Έλα όμως που τον τσιμπάει μύγα τσε-τσε, κουνούπι τίγρης ή δεν ξέρω και γω τι άλλο και το 2009 κυκλοφορεί αυτό το πράμα. Την πρώτη φορά που το άκουσα ένιωσα σαν κάποιος να μου έχει ανοίξει το κρανίο και να χέζει μέσα στο μυαλό μου. Τη δεύτερη απλά έκλασα στο γέλιο. Αξίζει να ακούσετε αυτό το δίσκο με παρέα μόνο και μόνο για το χαβαλέ. Υποτίθεται πως πρόκειται για concept όπερα με θέμα την Αιγυπτιακή Μυθολογία. Κακομοίρη Letic, άμα μπορούσαν οι μούμιες θα σε πνίγανε στο Νείλο με αυτά που έγραψες. Ρε γαμώτο θέλω να περιγράψω αυτά που γίνονται στο δίσκο αλλά οι λέξεις μοιάζουν τόσο φτωχές. Ανάθεμα και αν είναι heavy metal όπερα αυτό. Πιο πολύ για σουρεαλιστικό διαγωνισμό τραγουδιού τύπου Ανίτα Πάνια μοιάζει, με το Letic στο ρόλο του Κατέλη και λοιπούς τετραπληγικούς guests σε ρόλο σοπράνο κλπ. να άδουν έχοντας για μουσική υπόκρουση ήχους από βιντεοπαιχνίδια. Ο άνθρωπος το έχασε τελείως λέμε. Σαν να του έκλεισε κάποιος τα χέρια στην καγκελόπορτα και μετά να του τράβηξε και μία στο κεφάλι με ένα μπαστούνι του κρίκετ. Ελπίζω μην βγει πολύ παραέξω ο δίσκος γιατί θα σηκώσει ο Ομπάμα τα βομβαρδιστικά και θα ισοπεδώσει το Βελιγράδι.


Omen – Reopening the Gates

Γενικά είμαι ένας καλός άνθρωπος (not!). Ειδικά όταν πρόκειται για μπάντες που έχουν σημαδέψει τα ακούσματά μου είμαι πολύ υπομονετικός και πάντα υπερασπίζομαι τις προσπάθειές που καταβάλουν και σέβομαι τις δουλειές που κυκλοφορούν. Ε, σε αυτή την περίπτωση ακόμα και ο Ιώβ θα λύγιζε. Ο Θεός του γκρέμισε το σπίτι, σκότωσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του αλλά αυτός άντεξε. Ήρθε όμως το Reopening the Gates και το ποτήρι ξεχείλισε. Ξέσπασε ο άνθρωπος και άρχισε τις χριστοπαναγίες. Θυμάμαι να τρέμουν τα μπούτια μου διαβάζοντας για την επαναδραστηριοποίηση των Omen στα περιοδικά της εποχής. Ριγούσα σαν παρθένα που περιμένει καρτερικά τη διακόρευση. Ο ηγέτης Kenny Powell διατυμπάνιζε την επιστροφή της μπάντας με νέο μάλιστα δίσκο! Υποστήριζε κιόλας πως το άλμπουμ δεν θα είχε σχέση με μοντέρνες αηδίες αλλά θα ήταν κλασσικός Omen δίσκος, ο Ισκαριώτης! Μαζί του θα ήταν και ο γιός του Greg. Προφανώς το παλικάρι ήταν από άλλη μάνα και άλλο πατέρα γιατί δεν νομίζω πως ένιωθε καθόλου από Omen. Τώρα θα μου πείτε μήπως ένιωθε ο αθεόφοβος ο πατέρας του? Άμα το Reopening the Gates είναι Omen δίσκος εγώ είμαι παλαιοημερολογήτισσα καλόγρια σε σέρβικο μοναστήρι (μόνο μην πετύχω πουθενά τον George Letic, θα τον σκίσω το μπούστη). Προφανώς ο επιρρεπής στη μέθη και την ακόλαστη συμπεριφορά Kenny νόμιζε πως έπιανε τον παλμό της εποχής. Καλύτερα να έπιανε τον κώλο καμιάς τελειωμένης πατσαβούρας σε καταγώγι του Texas και να άφηνε το όνομα Omen στην ησυχία του. Ευτυχώς μερικά χρόνια ήρθε κάπως στα λογικά του. Η ιστορία όμως έχει καταγράψει το Reopening the Gates και ότι και να κάνει, η ρετσινιά θα τον στοιχειώνει και θα τον ακολουθεί σαν φρεσκοπατημένο σκατό κάτω από τη σόλα του παπουτσιού του.

Monday, August 17, 2009

Cage - Science of Annihilation

Η επιστήμη της απόλυτης καταστροφής… Μακάριοι οι κατέχοντες αυτής της γνώσεως και ευγνώμονες οι κοινωνοί της. Κατέχοντες είναι οι Cage. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε πάνω σε αυτό. Κοινωνοί είμαστε όλοι εμείς που πιάσαμε το νόημα 6 χρόνια πριν και ανεβήκαμε πάνω σε αυτό το ανεξέλεγκτό τραίνο που τρέχει αφηνιασμένο με ταχύτητα φωτός κατεδαφίζοντας τα όποια εμπόδια, ανοίγοντας νέους δρόμους. Δεν έχω σκοπό να γράψω κατεβατά αυτή τη φορά. Τα εσώψυχά μου τα κατέθεσα δύο χρόνια πριν με το εναρκτήριο άρθρο αυτού του blog. Ο λόγος που αποφάσισα να κάνω το repeat και να ξαναγράψω για τους απόλυτους άρχοντες του σύγχρονου Power Metal είναι η ιδιότυπη κουβέντα που έχει ξεκινήσει στους κύκλους αυτής της μουσικής εδώ και λίγους μήνες. «Είναι το Science of Annihilation καλύτερο από το Hell Destroyer?». «Ποιο είναι το καλύτερο Cage άλμπουμ? Το S.O.A.? Το H.D.? Το D.T.B???». Και άλλες τέτοιες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Να ξεκαθαρίσω πως και το ότι γίνεται κουβέντα γύρω από τους Cage το θεωρώ εξαιρετικά ενθαρρυντικό αν σκεφτείς πως πριν το Hell Destroyer οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα για το ποια είναι η μπάντα και τι κάνει ενώ στο Αθηναϊκό τους show οι περισσότεροι τους κοιτούσαν σαν εξωγήινους που κάνανε μια στάση στον πλανήτη μας για να γαμήσουν κα να φύγουν συνεχίζοντας το καταστροφικό τους ταξίδι μέσα στο γαλαξία μας και ακόμα παραπέρα. Τώρα λοιπόν το όνομα Cage ξεπηδάει από ολοένα και περισσότερα στόματα αγνοώντας τις άμπαλες κριτικές του εγχώριου τύπου. Να σας πω την αλήθεια μου, αυτού του τύπου η κουβέντα είναι άκρως διασκεδαστική. Το ότι ερίζει ο κόσμος γύρω από το όνομα της μπάντας και με αφορμή τις συνεχείς κορυφαίες της δουλειές, από μόνο του δείχνει το πόσο έχει προοδεύσει το συγκρότημα, το πόσο έχει εντυπωθεί στη συνείδηση του οπαδού ως εγγύηση ποιότητας και δύναμης. Ο κόσμος δεν συζητάει πλέον για το αν οι Cage θα βγάλουν ένα καλό άλμπουμ αλλά για το πόσο αυτό θα γαμάει. Είναι καλύτερο από το προηγούμενο λοιπόν? Θα είναι καλύτερο από το επόμενο ή μήπως αυτό που θα έρθει κα είναι ακόμα πιο γαμηστερό? Ξέρετε κάτι λοιπόν? Δεν έχει καμία σημασία. Όλα αυτά είναι κουβέντες που κάνουμε για να περνά η ώρα ευχάριστα την ώρα που πίνουμε τη μπύρα μας. Στο τέλος θα πάμε σπίτι μας και θα πιάσουμε ένα άλμπουμ Cage από το ράφι. Οποιοδήποτε. Και όταν το βάλουμε να παίξει θα νιώσουμε τέτοια ευφορία, τέτοια ενέργεια, τέτοια δύναμη που όλα τα υπόλοιπα θα φαντάζουν μικρά. Απολαύστε το φαινόμενο Cage αυτή τη στιγμή που συμβαίνει. Είμαστε πολύ τυχεροί τελικά…

Friday, February 27, 2009

Memory Garden - Carnage Carnival

Δεν είναι μυστικό. Δεν είμαι πλέον ο doomας που ήμουνα παλιά. Πάνε οι εποχές που κυκλοφορούσα με φυλαχτό Saint Vitus (που το’χα σκεφτεί ο άτιμος!) και έπινα κοκακόλα στο όνομα των Pentagram, Trouble και The Obsessed. Υποθέτω πως με κούρασε η στασιμότητα, η έλλειψη νέων αξιόλογων μπαντών αλλά και οι προσμίξεις και τα μπασταρδέματα. Κάθε ξυπόλυτος χίπης έφτιαχνε μπάντα στο όνομα των Βlack Sabbath με σκοπό να παίξει πιο αργά και από τον επιτάφιο. Ε, αυτό δεν είναι doom metal. Τουλάχιστον όχι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ. Που είναι οι συνεχιστές των Candlemass και Solitude Aeturnus? Τι απογίνανε οι Doomshine και οι Memory Garden? Πήρα το Mirage όταν κυκλοφόρησε και το χάρηκα αλλά από τότε σιωπή. Και μην μου πείτε για το 7αρι Marion γιατί ούτε οι ίδιοι δεν το πήραν χαμπάρι. Πέρασαν 8 χρόνια λοιπόν, τους ξέχασα για τα καλά και το Mirage εκτοπίστηκε κάτω κάτω στη στοίβα με τα σιντιά μαζί με το Verdict of Posterity και το Forever. Ώσπου ήρθε το 2008 και μαθαίνω πως έρχονται Ελλάδα για συναυλίες! Ολίγον τι κουφό αν μη τι άλλο. Ο Έλληνας ντουμάς όμως απέδειξε πως δεν τους είχε ξεχάσει και τις τίμησε όλες σε Αθήνα και επαρχία. Ή τουλάχιστον έτσι μου είπαν… Εγώ πάλι δεν ικανοποιήθηκα. Νομίζω πως ζωντανά το σουηδοντούμ τους αδικείται. Η είδηση όμως δεν ήταν τόσο οι συναυλίες όσο η αναγγελία της κυκλοφορίας του νέου δίσκου!


Όπου ακούς πολλά κεράσια… λέει ο σοφός λαός γιαυτό και εγώ κράτησα το μικρούλι καλαθάκι μου και δεν προέβλεψα χώρο σε αυτό για το Carnage Carnival. Επειδή όμως η τύχη παίζει περίεργα παιχνίδια, κατά τη διάρκεια μιας κλασσικής σαββατιάτικης δισκόβολτας έτυχε να μπω σε γνωστό δισκάδικο και να βαρέσω προσοχή με το άσμα που έπαιζε από τα ηχεία. Την ψυλλιάστηκα αλλά για καλό και για κακό είπα να ρωτήσω.

«Τι παίζει?»

«Καινούργιο Memory Garden»

«Α, μάλιστα… Τυλίχτε μου μία μερίδα για το σπίτι γιατί μου ήρθε μία ξαφνική λιγούρα για doom και θα το χάσω το παιδί…»

Και νάμαι λοιπόν με το τελευταίο πόνημα της πάλαι ποτέ μεγάλης ελπίδας του Ευρωπαικού doom. Σβήστε όμως το πάλαι ποτέ διότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία και τούτοι εδώ οι Σουηδοί σαν κακά σκυλιά δεν έχουν σκοπό να μας αφήσουν εύκολα.


Όλα τα συστατικά που γράφει ο τσελεμεντές είναι παρόντα. Τα τρίδιπλα φωνητικά του Berglund μαγεύουν σαν σειρήνα, ο μονολιθικός θεούλης Bjorn στα ντράμς ταλαιπωρεί το δίκασο και κρατάει το ρυθμό με διαβολεμένη ακρίβεια και groove ενώ ο Johansson μαγεύει με τα υπέροχα σόλο του. Την ορχήστρα διευθύνει ο μέγας μαέστρος Mike Wead οπότε τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά ακόμα και αν ήθελε. Ο κλασσικός σουηδικός 90ies ήχος Memento Mori meets Candlemass είναι παρόντας. Σίγουρα λιγότερο επικός από την εποχή των Forever και Tides αλλά εξίσου μελωδικός και doomy. Πραγματικά doom όμως, χωρίς να σέρνονται τα κομμάτια και να ξεχειλώνουν. Χωρίς να θέλεις να κόψεις τις φλέβες σου από τη βαρεμάρα. Επιτέλους ανθρώπινες διάρκειες ρε παιδί μου! Να μην κοιτάς το ρολόι σαν να περιμένεις να χτυπήσει σχόλασμα την έκτη ώρα. Είναι βέβαια δεδομένο πως αυτό που κάνουν οι Memory Garden είναι πλέον εκτός «μόδας» και θα συναντήσει την αδιαφορία αυτών που είναι τώρα ντουμάδες στη θέση των ντουμάδων αλλά δεν νομίζω πως αυτό είναι κάτι που μας αφορά. Έκανα μία προσπάθεια να ξεχωρίσω τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου αλλά όσο τον ακούω τόσο πιο δύσκολο γίνεται το εγχείρημα. Και τα 10 κομμάτια είναι γεμάτα με ριφφ και μελωδίες, κολλητικά ρεφραίν (ποιοι είναι ρε μεγάλε, οι Firehouse?) και την πιο γαμηστερή ατμόσφαιρα που συνάντησα σε doom metal δίσκο μέσα στη δεκαετία που διανύουμε. Οι άνθρωποι το έχουνε, πώς να το κάνουμε. Και σαν Σουηδοί που είναι (καταδικασμένοι δηλαδή στην τελειότητα) προσφέρουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.


Έχω την αίσθηση πώς οι Memory Garden έγραψαν το δικό τους Chapter VI. Δηλαδή μια δισκάρα που λίγοι θα ακούσουν και ακόμα λιγότεροι θα εκτιμήσουν. Δεν νομίζω πως θα πτοηθούν πάντως. Είναι συνηθισμένοι από τέτοια…

Wednesday, September 24, 2008

Jon Oliva's Pain - Global Warning

Στη μουσική όπως και στον έρωτα υπάρχουν οι καψούρες. Νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερη λέξη για να περιγράψει αυτό που νιώθω για τον Jon Oliva. Δεν είναι και φάτσα για να την ερωτευτείς αλλά αυτή η φωνή είναι άκρως ερωτεύσιμη. Ας παραβλέψουμε το γεγονός πως ο ευτραφής αυτός κύριος διαθέτει μοναδική και τσίτα αναγνωρίσιμη χροιά. So what, το ίδιο συμβαίνει και με χίλιους δυό άλλους τροβαδούρους. Το ζουμί είναι σε αυτά που κάνει. Στο πάθος με το οποίο ερμηνεύει, το πώς ζει τους στίχους, πως κραυγάζει, πως φτύνει τις λέξεις. Ώρες ώρες νομίζω πως είναι στα πρόθυρα εγκεφαλικού και καρδιακής προσβολής μαζί και τραγουδάει τους στίχους του σαν να είναι μία τελευταία διαθήκη που πρέπει πάση (ρε μπας και γράφεται πάσει? Δεν θυμάμαι…) θυσία να ακουστεί. Ερωτεύτηκα τους Savatage κυρίως λόγω του Jon αλλά έμαθα να τους αγαπώ και χωρίς αυτόν. Μου έλειπε όμως η φωνή του. Δεν λέω, ξεχαρμάνιασα με το δισκάκι των Doctor Butcher τότε στα μέσα των nineties. Ήταν σαν να το έσκασε από το ψυχιατρείο αυτός ο μυστήριος χοντρός και φορώντας ακόμα το ζουρλομανδία μπήκε στο στούντιο και να το ηχογράφησε. Θεόμουρλος και αρρωστημένος δίσκοντας που τον απολαμβάνω στα κρυφά που και που. Ήρθε και το 97 μαζί με τους Savatage για εκείνη την αξέχαστη συναυλία στο Ρόδον. Δεν σας κρύβω πως δάκρυσα εκείνη τη μέρα… Τα Transiberian Orchestra δισκάκια είναι καλά για το τραπέζι της γαλοπούλας, να μασουλάς πράσο ογκρατέν της μαμάς και να το ακούς να παίζει από πίσω. Εγώ όμως θέλω τον παλιό το Jon. Δύσκολο θα μου πείτε. Τσακισμένος από το χαμό του αδερφού του, λιωμένος από τα ξύδια και τη ντόπα δεν πρόκειται να είναι ποτέ πιά ο ίδιος.


Δεν σας κρύβω πως από την αρχή δεν είδα με καλό μάτι τη φάση με τους Pain. Ο Jon τους πλασάρει σαν τους νέους Savatage. Έκανα μία προσπάθεια να ακούσω το πρώτο όταν βγήκε αλλά δεν μου έκατσε με τίποτα. Δεν το πολυθυμάμαι σαν μουσική αλλά αυτό που θυμάμαι είναι το ότι μου έδωσε την εικόνα του καταρακωμένου Oliva που θρηνούσε πάνω από ένα πιάνο για τα σκατά της ζωής κρατώντας μία μπουκάλα μπέρμπον μέσα σε μια χαρτοσακούλα.


Είπα να δώσω μια ακόμα ευκαιρία στον παλιό μου φίλο. Πήγα και πήρα το Global Warning. Το άκουσα. Τα συναισθήματά μου είναι ανάμικτα. Πρώτα απ’όλα δεν πρόκειται για τους αντικαταστάτες των Savatage. Σιγά τα ωά θα μου πείτε. Αυτό το ξέραμε. Οι Pain λοιπόν είναι ένας μουσικός Φρανκενστάιν. Παίρνουμε το πτώμα των Savatage και το μπολιάζουμε με εξαρτήματα από Doctor Butcher. Λασκάρουμε λίγο τις βίδες και βάζουμε τον Jon στο πιάνο. Κεραυνός και… πάμε! Για να δούμε τι θα βγεί… Ξεκινάμε με ταρατατζούμ εισαγωγή αλά Paul ONeil. Δεν μου λέει κάτι. Το Look at the World είναι κλασσικό πεσιμιστικό Oliva κομμάτι με πιάνο. Ναι το ξέρω, όλα είναι σκατά μπλα μπλα μπλα. Το Adding the Cost είναι το πρώτο ενδιαφέρον τραγούδι του δίσκου και πιθανότατα το καλύτερο. Σε φάση Doctor Butcher με το Jon να σε ταξιδεύει για λίγο στα παλιά. Το Before I Hang ξεκινάει σαν άλλο ένα Look at the World αλλά καλύτερο μα στο ρεφραίν βλέπω τον Jon που θέλω. Ουρλιάζει και σίγουρα γυαλίζει και το μάτι του. Ωραία και η κιθάρα. Και μετά από ένα ρουτινιάρικο κόψιμο φλέβας στο Firefly που μυρίζει Pink Floyd από χιλιόμετρα, πάμε στο απαράδεκτο Master. Πειραματικό μπητάτο με σαμπλάκια. Καταλαβαίνω πως ο Jon θέλει να περάσει μηνύματα με αυτό το κομμάτι αλλά δεν μ’αρέσει ο τρόπος. Σόρυ. Το The Ride το κρατάω για το σόλο του. Και πάλι δεν μου δίνει αυτό που θέλω. Είμαι αυστηρός κριτής, το ξέρω. Τον αγαπάω όμως το μπούστη το χοντρό. Στο O to G (άλλη μια πιανάτη μπαλάντα by the way) θα ακούσετε το Jon σε σημεία να τραγουδάει με τρόπο διαφορετικό. Ενδιαφέρον αν μη τι άλλο. Το Walk Upon the Water είναι άλλο ένα τραγούδι στο κλασσικό ύφος πιάνο ιντερλούδιο – ρεφραίν κορύφωση – κουπλέ αυτοκτονία. Το Stories που ακολουθεί συναγωνίζεται το Adding the Cost. Μπορεί και να είναι αυτό το καλύτερο κομμάτι. Με γέφυρα τελείως Doctor Butcher, και γαμώ τις κιθάρες και ένα πανέξυπνο τρικ αλά Queen στο κουπλέ. Έτσι σε θέλω Γιάννη! Και πάνω που παίρνεις τα πάνω σου πάρε μπαλάντα καμπαρέ Open Up Your Eyes. Δεν είναι κακό ρε γαμώτο αλλά είναι του κιλού. Στο You Never Know βρίσκουμε πιθανότατα την πιο Savatage στιγμή του δίσκου. Έχει και το trademark ουρλιαχτό! Ξενερώνω κάπως με το Someone/Souls. Πάλι οι κιθάρες και το σόλο σε κρατάνε από το να πέσεις στην αγκαλιά του Μορφέα ή να ξυραφίζεις τις φλέβες σου. Διάλεξε και πάρε. Το μπόνους του σιντί είναι αρκετά περίεργο. Έχει αυτή την αρρωστημένη ατμόσφαιρα και ο Jon ακούγεται σαν τον Alice Cooper σε φάσεις. Οκ, μ’άρεσε.

Ώρα για επίλογο τώρα, έτσι? Μόνο που δεν ξέρω τι να γράψω. Δεν μετάνιωσα που αγόρασα το δίσκο. Αν θα τον βάλω να ξαναπαίξει? Μάλλον αλλά όχι ολόκληρο. Νομίζω πως καταλάβατε ποια τραγούδια θα διαλέξω όταν το βγάλω από το ράφι κάποια στιγμή. Ίσως και να ήταν μια μορφή ψυχανάλυσης αυτές οι ακροάσεις. Με βοήθησαν να συμβιβαστώ με το γεγονός πως δεν υπάρχει πιά ο παλιός Jon που ήξερα. Είναι αλλού τώρα και οφείλω να το σεβαστώ. Τον αγαπάω όμως ακόμα το μπούστη…

Monday, July 9, 2007

Manowar - Gods of War


Σας προειδοποιώ, το κείμενο θα είναι γραφικό. Πιό γραφικό και από παππού με τραγιάσκα σε καφενείο χωριού κάτω από τον πλάτανο. Θα είναι και κολλημένο. Αλλά πολύ κολλημένο όμως. Σαν τη διαφήμιση της logo στιγμής με τον τύπο που είχε μείνει πάνω στην καρέκλα και ζήταγε μιά σκάλα γιά να κατέβει. Όποιος έχει αντίρρηση, τα παράπονά του στο δήμαρχο. Πάμε λοιπόν.

Νέος δίσκος MANOWAR. Γιά μένα σίγουρα το γεγονός της χρονιάς. Βασικά θα έπρεπε να είναι γεγονός της χρονιάς γιά ολόκληρο τον μεταλλικό κόσμο αλλά έτσι όπως έχουμε καταντήσει, χέσ’τα κι’άστα. Μεγάλη η προσμονή η οποία μεγάλωνε κάθε φορά που κυκλοφορούσε και κάποιο σινγκλάκι. Σκάει που λέτε μύτη πρώτα το King of Kings και παθαίνω τον πρώτο πανικό. Πάρε ρεφραίν οδοστρωτήρα και κλασσικό ατμοσφαιρικό κόψιμο με αφήγηση και ανατριχιαστικό Adams στα καλύτερα του από την εποχή του Triumph of Steel. Όχι, δεν υπερβάλλω. Όποιος έχει αυτάκια και δεν τα χρησιμοποιεί σαν αποθηκευτικό χώρο γιά το περίσσευμα μαρμελάδας θα το καταλάβει με τη μία. Ο μεγαλύτερος METAL τραγουδιστής, αν και έχει καβατζώσει προ πολλού τα 50, κονιορτοποιεί οποιονδήποτε άλλο κακόμοιρο προσπαθεί να παράξει νότες με το λαρύγγι του ή ενίοτε με άλλες τρύπες του σώματος. Λιώνω το King of Kings σε επίπεδο ψύχωσης μέχρι που έρχεται το δεύτερο χτύπημα. Sons of Odin και Gods of War μαζί γιά διπλό οργασμό. Απ’την αρχή δεν πιστεύεις στ’αυτιά σου. Μπαίνει το Gods of War με τον Adams να τραγουδάει την εισαγωγή μελωδικά και μετά έρχεται το κουπλέ τίγκα επικούρα με βαριά ριφφάρα και μπόλικο ταρατατζούμ έτσι, γιά εφφέ. Έχει καυλώσει ο Demaio με τα συμφωνικά και δώσ’του χορωδία. Γουστάρω πολύ. Γουστάρω γιατί δεν το έχουν ξανακάνει τουλάχιστον σε αυτό τo βαθμό. Μ’αρέσει που γιά ακόμα μία φορά ο νέος δίσκος δεν θα μοιάζει στους προηγούμενους. Metal όσο δεν παίρνει αλλά διαφορετικός. Η μεγάλη η πόρωση όμως έρχεται με το Sons of Odin. Ξανά εισαγωγή με Adams να στα λέει χαμηλόφωνα και μελωδικά και να σου σηκώνεται και η τελευταία τρίχα. Και εκεί που έχεις λουφάξει από την ανατριχίλα, σκάει το ρεφραίν και χέζεσαι πάνω σου. Από τη χαρά σου. Γυρνάς τη ροδέλα του volume με φόρα και όπου σταματήσει. Τι πορωτική ρεφραινεδάρα είναι αυτή? Μπαίνει και το σόλο του Logan να σου θυμίζει Ross the Boss. Έτσι, γιά τους νοσταλγούς. Στο τέλος κλασσική αφήγηση Demaio με σκηνή μάχης. Και μετά repeat μέχρι να βγάλει καπνούς το cd.

Είχαμε λοιπόν τρείς κομματάρες να λιώνουμε και μιά ημερομηνία κυκλοφορίας να περιμένουμε. Πρεζάκιας κατάντησα μέχρι να βγεί το άλμπουμ αλλά τα κατάφερα. Το πήρα από την πρώτη μέρα και το ρούφηξα. Δώσ’του κάθε μέρα στο repeat. Φιλόδοξο πόνημα το Gods of War. Όντας concept με θέμα τη Σκανδιναβική μυθολογία, το άλμπουπ απαιτούσε μιά σταθερή ροή και κατάλληλη ατμόσφαιρα. Τί κάνει λοιπόν ο Demaio? Αντί να παρουσιάσει απλά έναν κλασσικό MANOWAR δίσκο με 9 κομμάτια και 45 λεπτά διάρκεια, δένει τις συνθέσεις του δίσκου με μερικά ιντερλούδια, πρελούδια και εισαγωγές και φτιάχνει ένα ενιαίο και επιβλητικό σύνολο που μπορείς να ακούσεις μονοκοπανιά άμα γουστάρεις αλλά και να επιλέξεις κομμάτι ανάλογα με τα κέφια σου. Γιά μένα έτσι λειτούργησε και λειτουργεί το άλμπουμ και βρίσκω τη γκρίνια μερικών υπερβολική. Διότι δεν είχε με τι να γκρινιάξει ο κόσμος και άρχισαν πολλοί να λένε γιά τα ορχηστρικά και τις εισαγωγές. Ωραία, ο δίσκος έχει 30 λεπτά από δαύτα αλλά έχει και εννέα MANOWAR κομματάρες, τρία τέταρτα μεταλλικής ευχαρίστησης. Πάτα το skip στην τελική. Αυτό κάνω τώρα πιά και εγώ και διαλέγω το τραγούδι που γουστάρω να ακούσω την κάθε στιγμή.

Πέρα από τα ήδη γνωστά τραγούδια που ανέφερα πριν, το Gods of War περιέχει άλλες 6 κλασσικές MANOWAR συνθέσεις υψηλού επιπέδου. Πρώτα θα ήθελα να αναφερθώ στο πιό αμφιλεγόμενο κομμάτι του δίσκου, το Die for Metal το οποίο λειτουργεί ως μπόνους και σίγουρα είναι έξω από την αισθητική του concept. Πολύς ντόρος έγινε και ειλικρινά δεν βλέπω το λόγο. Καρακλασσική συναυλιακή μπυροσύνθεση, από αυτές που τραγουδάς φωνακλάδικα με τους υπόλοιπους μεθυσμένους φίλους σου με τις γροθιές υψωμένες στον αέρα. Προσωπικά με πορώνει. Είναι και αυτές οι τσιρίδες του Adams που σπάνε όλη την κρυστάλλινη οικοσκευή της μάνας μου με άνεση. Χάρμα λέμε. They can’t stop us let them try, for heavy metal we will die! Πως να μην πορωθείς μετά... Ειλικρινά αδιαφορώ γιά τα όποια σχόλια. Οι MANOWAR είναι η μοναδική μπάντα από τις λεγόμενες μεγάλες και δημοφιλείς που εξυμνεί τη metal μουσική και τον τρόπο ζωής μέσα από τις συνθέσεις της. Αυτό γιά μένα λέει πολλά. Πάμε τώρα σε ένα άλλο τραγούδι που έχει κάνει αρκετό κόσμο να παραμιλάει. Loki God of Fire. Εδώ φαίνεται πως έχει βάλει το χεράκι του ο Logan. Θα το χαρακτήριζα MANOWAR σύνθεση νέας γενιάς, πιό κοντά ηχητικά στο αμερικάνικο power με τον Adams γιά άλλη μία φορά συγκλονιστικό. Δεν θα κουραστώ να το λέω. Οι ερμηνείες του στο δίσκο είναι βγαλμένες από άλλες εποχές. Το άλλο μου κόλλημα είναι το Odin. Σύνθεση παλιάς κοπής με αργόσυρτο θέμα, βαρύ και ασήκωτο. Παρόλο που δεν με κέρδισε τόσο με την πρώτη, δεν άργησε να εξελιχθεί σε ένα από τα αγαπημένα μου. Στο Blood Brothers συναντάμε κλασσική μπαλάντα MANOWAR γιά τέρμα συγκινήσεις ενώ το Hymn of the Immortal Warriors φέρνει στο νου Master of the Wind με επικό θέμα και ένα υπέροχο σόλο από τον Logan. Το Sleipnir σε στέλνει με τέρμα μελωδική ρεφραινάρα και πορωτικό καλπάζον θέμα. Το κομμάτι είναι σκέτο κόλλημα. Αρκετά πιασάρικο, από αυτά που δεν μπορείς να σταματήσεις να σιγοτραγουδάς.

Να κάνουμε και τη σούμα τώρα? Πιστεύω πως εάν τρία από τα κομμάτια του άλμπουμ δεν ήταν γνωστά εδώ και τόσο καιρό, το Gods of War θα είχε σκάσει σαν πυρηνική βόμβα στην πίσω αυλή μας. Και αυτό ήταν κάτι που το άκουσα από πολύ κόσμο. Έχοντας πάρει μιά γερή γεύση αρκετούς μήνες πριν, είχαμε χάσει κάπως το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Κατά τα άλλα οι βασιλιάδες είναι εδώ. Οι συνθέσεις φωνάζουν MANOWAR από χιλιόμετρα, δυναμικές και ατμοσφαιρικές. Ο Adams διανύει περίοδο δεύτερης νεότητας, συνεχίζει να μας συγκλονίζει με τις μοναδικές του ερμηνείες. Κλασσική και η παραγωγή, διαυγής και δυναμική. Μία ένσταση έχω μόνο. Ακούγοντας το δίσκο ξανά και ξανά, έχω την αίσθηση πως ο Demaio αν και αδιαφιλονίκητος ηγέτης της μπάντας, έχει υποβαθμίσει κάπως το ρόλο του. Το μπάσσο του έχει απωλέσει τον πρωταρχικό χαρακτήρα που είχε σε όλες τις συνθέσεις στο παρελθόν. Με λίγα λόγια είναι απλά ένα μπάσσο και όχι το όργανο εκείνο που ζωγράφιζε πανέμορφα ηχοτόπια, σχεδόν σαν δεύτερη κιθάρα. Αυτό είναι κάτι που πραγματικά μου λείπει και ελπίζω να αλλάξει η προσέγγισή του στο μέλλον.

Οι επικριτές βέβαια δεν θα σταματήσουν να γκρινιάζουν. Ωραία, το άλμπουν δεν είναι Into Glory Ride, ούτε Triumph of Steel, ούτε Sign of the Hammer. Δεν είναι κάν Warriors of the World. Είναι Gods of War. Ξεχωριστή MANOWAR οντότητα και γιά μία ακόμα φορά κάτι το διαφορετικό. Συγνώμη αλλά οι MANOWAR κάνουν αυτό που γουστάρουν καί δεν πράττουν σύμφωνα με το χαβά του καθενός. Έτσι και αλλιώς αυτό έκαναν μία ζωή. Μόνοι εναντίον όλων. Οι βασιλιάδες χαράζουν το δρόμο που θέλουν και όποιος γουστάρει, ακολουθεί.

Friday, June 8, 2007

Blasdead - Ground Flare


Τί γίνεται ρε πούστη μου τον τελευταίο καίρο? Έρχεται η μία δισκάρα μετά την άλλη και ούτε ανάσα δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε. Είμαι που είμαι στην ψυχοθεραπεία εδώ και τρείς βδομάδες με το Hell Destroyer των υπέρτατων θεών Cage (σκρολάρετε λίγο παρακάτω ρε τεμπέληδες να δείτε το φως το αληθινό...), ήρθε και το Ground Flare των Blasdead γιά να με κλείσει στο τρελάδικο γιά τα καλά. Τί πίνουνε εκεί στην Ιαπωνία και δεν μας δίνουν? Ναι, Ιαπωνία. Υπάρχει κανένα πρόβλημα? Όχι τίποτ’άλλο αλλά μου φάνηκε πως διέκρινα έναν σνομπισμό. Τέλοσπάντων, συνεχίζω. Έχω την εντύπωση πως η χώρα του ανατέλλoντως ηλίου (τι ποιητικό και πρωτότυπο!...) διαθέτει την πιό εσωστρεφή μεταλλική σκηνή στον κόσμο τουλάχιστον ανάμεσα στις λεγόμενες μεγάλες χώρες. Αν εξαιρέσεις μπάντες τύπου Loudness ή Concerto Moon που κατάφεραν μία σχετική επιτυχία και αναγνώριση στην παγκόσμια Metal κοινότητα, οι υπόλοιποι μόνοι τους τα παίζουν, μόνοι τους τ’ακούνε. Όποιος έχει ασχοληθεί λίγο περισσότερο με το Ιαπωνικό Metal θα έχει διαπιστώσει την πληθώρα συγκροτημάτων και μουσικών υψηλής ποιότητας. Και δεν είναι μόνο τα τέκνα του Malmsteen και της κρέμ Stratocaster του. Οι περισσότεροι τραγουδούν στα Ιαπωνικά βέβαια θα μου πείς. Ε, και τί μ’αυτό? Η καλή μουσική δεν έχει γλώσσα (τι είπα παλί... να το κατοχυρώσω ως quote ή με πρόλαβε κανένας άλλος και τζάμπα χάρηκα?). Το θέμα είναι πως είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατο να βρείς τις ντόπιες τους κυκλοφορίες στην Ευρώπη. Διανομή δεν υπάρχει, οι ιστοσελίδες των γκρούπ είναι μόνο στα Ιαπωνικά (η εσωστρέφεια που λέγαμε...). Πώς σκατά θα μάθω γιά τα γκρούπ και πως θα βρώ τη μουσική τους? Νομίζω πως η λύση βρίσκεται σε κινήσεις σαν αυτή της δισκογραφικής εταιρίας Majestic Rock. Οι τύποι ξετρυπώσανε τους Blasdead, μία αγγλόφωνη μπάντα με 17 χρόνια ιστορία, άπειρες συναυλίες, πολλά demos και μία επίσημη κυκλοφορία προ δεκαετίας (Another Dimension). Πήραν την άδεια γιά το δεύτερο άλμπουμ τους, που κανονικά θα έβγαινε μόνο Ιαπωνία, και το κυκλοφόρησαν σε παγκόσμια κλίμακα. Ένα χειροκρότημα γιά τα παιδία, ελπίζω να βρούν μιμητές. Πάμε όμως στο μουσικό κομμάτι που έχει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Καταρχήν όσοι περιμένουν βιρτουοζιλίκια και κιθαροηρωισμούς, μεταβολή και σπίτι. Στο Ground Flare η μπάντα δεν επιδίδεται στο αγαπημένο σπορ των Ιαπώνων. Επίσης όσοι έχουν εμμονές με άψογες προφορές και τα ρέστα παρακαλούνται να αποχωρήσουν επίσης. Ο τύπος στα λέει με την κλασσική Γιαπωνεζίλα. Εδώ οι Loudness δεν μπόρεσαν να το αποβάλλουν, θα το κάνουν οι Blasdead? Λοιπόν, πόσοι μείναμε? Ωραία, συνεχίζω. Η σύνθεση είναι κλασσική τετράδα δηλαδή ουρλιαχτό, μπουλντόζα, κιμαδομηχανή και θεριζοαλωνιστική. Κλινικές περιπτώσεις... Εσύ που ξινίζεις τα μούτρα σου, έξω τώρα! Προχωράμε. Στο Ground Flare αποκτά νόημα η φράση “Play at Maximum Volume”. Βάλτο τέρμα και μετά φώναξε το σοβατζή γιά ανακαίνιση αφού δεν θα έχει μείνει και τίποτα όρθιο. Έχεις ιδέα τι σημαίνει Accept στις 45 στροφές? Δίσκος με δέκα Fast as a Shark ίσως? Τότε μπορεί να έχεις μιά ιδέα γιά το τί γίνεται εδω πέρα. Νομίζω όμως πως με αυτούς τους χαρακτηρισμούς μάλλον αδικώ την αυθεντικότητα των Blasdead. Γράψτε Speed Metal ολοκαύτωμα και είστε μέσα. Headbanging μέχρι λιποθυμίας, air guitar και των γονέων και αεροδίκαση μέχρι να πονέσουνε τα μπούτια. Η παιδική χαρά του μεταλλά, το ελιξήριο της νεότητας για μεταλλογερόντια σαν και του λόγου μου. Είναι τόσο απίστευτο αυτό που γίνεται σ’αυτό το δίσκο που αγγίζει τα όρια του συγκινητικού. Συγκίνηση και νοσταλγία γιατί τέτοιες δισκάρες δεν βγαίνουν πιά... Τί λες ρε βλάκα, και αυτή εδώ τί είναι?

Σχεδόν τα έχασα όταν άκουσα τη φωνή του Yokoyama, ο Ιάπωνας Vick Hix εν δράσει! Λαρύγγι από τα λίγα, με δύναμη που τσακίζει ατσαλόβεργες όπως τα μπράτσα του Jon Mikl Thor. Και που να ακούσετε πως δένει με το υπόλοιπο τρελοκομείο. Χάρμα γιά τα αυτάκια μας. Οι δέκα ύμνοι έρχονται σαν διαδοχικά χαστούκια από χεράκι παλαιστή σούμο. Θα μπορούσαν να αποτελούν ένα γιγαντιαίο τραγούδι-τσουνάμι με το μοναδικό mid tempo κομμάτι Keep Heavy Stay Metal να αποτελεί τον ιδανικό επίλογο σ’αυτή τη μεταλλοπλημμύρα. Και στο καπάκι repeat καθώς τέτοια καταστροφή δεν την χορταίνεις με τίποτα.

Κλασσική περίπτωση Buy or Die. Και τα παπούτσια μέσα.

Thursday, June 7, 2007

Cage - Hell Destroyer


Το Heavy Metal εν έτει 2007. Οι λεγόμενες μεγάλες μπάντες σέρνουν τα δεινοσαυρίσια κουφάρια τους προσπαθόντας με μέτριες εώς κάκιστες δουλείες και πεθαμενατζίδικες περιοδείες να κολλήσουν τα τελευταία ένσημα ενώ το μυαλό τους είναι ήδη στο καφενείο της γειτονιάς και στην πρέφα με τα άλλα γερόντια. Σαν ξεπεσμένες ντίβες που δεν θέλουν να πιστέψουν πως γέρασαν και πέρασε η μπογιά τους, αρνούνται πεισματικά να κατέβουν απ΄το σανίδι προς τέρψη του νεκρόφιλου προβατοποιημένου κοινού που παραμένει έτοιμο να αποθεώσει ακόμα και μία κλανιά προερχόμενη από τον πρωκτό των είδωλων του. Από κοντά και τα περιοδικά και οι ιστοσελίδες του χώρου που προσφέρουν το απαραίτητο στήριγμα στον Ελ Σίντ ώστε να παραμείνει όρθιος επάνω στο άλογό του μπάς και τρομάξει τους Μαυριτανούς ακόμα και νεκρός.

Με το παρόν και το μέλλον όμως τι γίνεται? Τί κάνουμε τώρα και τί φαίνεται στον ορίζοντα? Μην ανησυχείτε, οι “παράγοντες” του Heavy Metal έχουν φροντίσει να μας παρουσιάσουν την επόμενη γενιά της αγαπημένης μας μουσικής. Ο μπαχτσές περιλαμβάνει μουσικό αχταρμά με “ψαγμένο” στίχο, χίππηδες με ευαισθησίες, μετανοημένους μπλακμεταλλάδες με σαμπλάκια, σοπράνο της κακιάς ώρας με αιθέρια φορέματα και πλούσιο μπούστο, καφροειδή υποπροιόντα και λοιπούς τετραπληγικούς που λυμαίνονται τη μουσική μας που αλλιώς τη μάθαμε και την αγαπήσαμε και αλλιώς θέλουν να μας την πασάρουν. Κακοποιημένη και άσχημη, μιά μακρινή, αποκρουστική θεία από το εξωτερικό που ούτε το όνομά της δεν ξέρουμε αλλά και δεν θέλουμε να μάθουμε...

Αλλά δεν σκάω, υπάρχει και το αντίπαλο δέος σε όλα αυτά. Οι υπερασπιστές του Underground, έτοιμοι να παρατάξουν τα αιχμηρά τους δόρατα και τις γυαλισμένες ασπίδες απέναντι στον high-tech εξοπλισμό του Mainstream θηρίου. Οι κλειδοκράτορες της φαλτσαδούρας και της κουλαμάρας, κάτοικοι του μαγικού κόσμου στον οποίο μουσική παίζει η ψυχή, το φιλότιμο, τα “σπάνια” βινύλια, τα μουστάκια, τα κολάν και οι μπυροτσανάκες.

Τελικά τι μπορεί να γίνει ώστε να ξεφύγουμε από αυτή τη μιζέρια που μας περιβάλλει? Νομίζω πως η απάντηση είναι πολύ απλή γι’αυτούς που θέλουν να ακούσουν. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν κουφοί και ευτυχισμένοι μέσα στην άγνοιά τους.

Cage κυρίες και κύριοι. Τί πάει να πεί “ποιοί Cage” ρε στραβάδι? Πού ήσουν το 2003 όταν έβγαινε το Darker than Black? Α, ξέχασα, ήσουν απασχολημένος με τους “δίσκους του μήνα” και τα εννιαροδεκάρια των άμπαλων. Στο κάτω κάτω που πάνε ξυπόλυτοι αυτοί οι Cage, όνομα είναι αυτό? Χάθηκε κάτι πιό βαθυστόχαστο με ολίγη από Μποντλέρ και Ντιντερό-Νταλαμπέρ? Από ίματζ άστα να πάνε. Ντεμοντέ δερμάτινα, ούτε λόγος γιά καλλιτεχνικά χτενίσματα και στυλιστικές ανατροπές. Και ούτε ένα καλό μουνάκι στη σύνθεση παρά μόνο κάτι καράφλες και κάτι μπρατσόνια? Δεν αφήνουν τις κιθάρες να πιάσουν τους αλτήρες καλύτερα λέω εγώ... Άσε που είδα και το εξώφυλλο και ανατρίχιασα, δεν τους είπαν πως δεν βάζουν ζωγραφιές πιά? Ξεπερασμένα πράματα... Στιχουργικά δε, ένα δράμα. Καταστροφές, μάχες, αναμπουμπούλες, πειράματα της Φιλαδέλφεια και άλλα Χαρδαβελίστικα. Η μουσική τόσο παλιομοδίτικη και αναχρονιστική που νομίζεις ότι γυρίσαμε στο 1991 με το Painkiller και σε λίγους μήνες θα βγεί και το Triumph of Steel. Άσε, δεν θα πάρω. Αυτά είναι γιά νοσταλγούς δικτατορικών καθεστώτων, το Metal προχώρησε πιά... Ρε δεν πηδιόμαστε λέω εγώ... Το Metal είναι εδώ και σου έρχεται φουριόζικο και καταστροφικό υπό τη μορφή του Hell Destroyer.

Ότι άφησε όρθιο το Darker than Black έρχεται γιά να το κονιορτοποιήσει το Hell Destroyer. Πιό άγριοι και καυλωμένοι από ποτέ, οι Cage επιστρέφουν μετά από μία βασανιστική γιά την υπομονή μας τετραετία. Έρχονται γιά να εκθρονίσουν επιτέλους τους σφετεριστές της μεταλλικής εξουσίας, γιά να καταλάβουν δικαιωματικά τη θέση που τους ανήκει ανάμεσα στην ελίτ του μεταλλικού κόσμου, ανάμεσα στην επόμενη γενία των μεγάλων συγκροτημάτων και στυλοβατών του ιδιώματος. Αυτοί που πραγματικά αξίζουν να βρίσκονται ψηλά, να πουλάνε εκατομμύρια και να γεμίζουν στάδια. Όσοι πήραν πρέφα αυτό που έγινε με το Darker than Black, γνώριζαν. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν την ευκαιρία να το μάθουν μέσω του Hell Destroyer.

Γιά να είμαι όμως ειλικρινής, είχα τις αμφιβολίες μου γιά το δίσκο που θα αποτελούσε το διάδοχο του μυθικού Darker than Black. Ναι, το παραδέχομαι, είχα τολμήσει να αμφισβητήσω την αυθεντία της μπάντας όπως και άλλοι πολλοί άλλωστε. Ήταν τόσο γιγαντιαίο το βήμα από το επίπεδο των Unveiled και Astrology σε αυτό του Darker than Black που με έκανε να πιστεύω πως το γκρούπ είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Τόσα ήξερα, τόσα έλεγα... Μετά από τέσσερα χρόνια απόλυτης σιωπής, έμαθα πως η μπάντα είχε έτοιμο το νέο δίσκο και έψαχνε εταιρία γιά να τον κυκλοφορήσει. Άκουσον, άκουσον! Αντί να παρακαλάνε οι εταιρίες, το ίδιο το γκρούπ είχε βγεί στη γύρα. Το πρώτο κομμάτι δεν άργησε να διαρρεύσει. Ήταν το ομώνυμο και ακόμα θυμάμαι την ταραχή μου όταν το πρωτοάκουσα. Λες και πέρναγε ο προαστιακός μέσα από το σαλόνι μου, λες και οι Manowar διοργάνωναν πριβέ συναυλία σπίτι μου με φούλ εξοπλισμό. Η ανυπομονησία γιγαντώθηκε σε τέτοιο βαθμό που έμοιαζα με την τελευταία παρθένα σχολείου σε πενταήμερη. Τελικά ήρθε η ώρα που το πήρα στα χέρια μου (το σιντί ντε!)...

Τα λόγια αυτά προέρχονται μετά από άπειρες ακροάσεις εδώ και 20 μέρες. Δεν είναι η καύλα της στιγμής, ο ενθουσιασμός που έρχεται και φεύγει μετά τις πρώτες δυό-τρείς ακροάσεις. Είναι το απόλυτο κόλλημα, ο δίσκος που λιώνεις κάθε μέρα, είδωλο και εικόνισμα, τρέλα και μανία. Είναι τέτοια η πόρωση, που θέλω να μιλάω γιά το Hell Destroyer με τις ώρες. Γιατρέ μου είμαι καλά? Μωρέ εγώ καλά είμαι, γιά τους γείτονες δεν ξέρω. Το πιό πιθανό να έχουν μάθει τους στίχους του concept απέξω. Διότι δεν τους έφτανε να γράψουν τον πιό γαμηστερό δίσκο της δεκαετίας, έπρεπε να τον κάνουν και concept με 14 τραγουδάρες (και 7 ιντερλούδια) και θέμα την Αποκάλυψη (σημαδιακό θα έλεγα...). Περιττό να αναφερθώ σε μεμονομένα τραγούδια καθώς ο δίσκος πάει τρένο. Ξεχάστε μπαλάντες, αργόσυρτα μέρη, ατμοσφαιρικά σημεία κλπ. Μιλάμε γιά 75 λεπτά Power Metal ολοκαυτώματος όπως μόνο στην Αμερική ξέρουν να το παίζουν. Στην αρχή είναι ότι πρέπει γιά να σπάσουν τα άλατα στο σβέρκο. Μετά από λίγο όμως αρχίζει η σταδιακή αποσύνθεση των σπονδύλων γιά να επέλθει τελικά ο αποκεφαλισμός από το κοπάνημα. Αν κάποιος αναρωτιέται τί θα έβγαζε η διαστάυρωση των δύο σπουδαιότερων δίσκων των 90ies Painkiller και Triumph of Steel τότε η απάντηση είναι μάλλον το Hell Destroyer. Ο McGinnis και το θηρίο που ακούει στο όνομα Dave Garcia χτίζουν ένα αδιαπέραστο τείχος με τις ρυθμικές τους κιθάρες το οποίο ανοίγει μόνο γιά να ξεχυθούν σαν κοφτερά λεπίδια τα σολίδια και οι απίστευτες leadιές τους. Και από πίσω έρχεται η μπουλντόζα Giordano-Neil (καινούργια μάρκα, τύφλα να’χουν τα JCB…) που οργώνει το σύμπαν. Στην κορφή όλων αυτών ο ένας και μοναδικός τραγουδισταράς Sean Peck, κόβει κιμά με το λαρύγγι του. Ουρλιαχτά, γκαρίδες, κορώνες, στριγκλίες, σκούζει, αγκομαχάει, φωνάζει, χτυπιέται, φτύνει ξυράφια και αμμοχάλικο. Και αφού ξαποστάσει λίγο γιά να γυαλίσει τις φωνητικές του χορδές με σμυριδόπανο, συνεχίζει να μας τα φέρνει στη μάπα πιό λυσσασμένα και άγρια. Άλλα παιδάκια μεγαλώνουν με φρουτόκρεμα, στοργή και Προδέρμ. Ο Peck μεγάλωσε με Adams, Conklin και Halford. Τυλίξτε τώρα όλα αυτά σε μιά παραγωγάρα ΝΑ με το συμπάθειο που τσακίζει κόκκαλα. Αυτό είναι το Heavy Metal κύριοι. Όλα τα υπόλοιπα είναι σάουντρακ γιά σουπερμάρκετ, μουσική γιά ασανσέρ και υπόκρουση γιά μπαλέτα.

Οι Cage είναι εδώ και που να χτυπάτε τον κώλο σας κάτω δεν θα φύγουν. Όσοι έπιασαν το νόημα, θα ακολουθήσουν. Τους υπόλοιπους απλά τους λυπάμαι. Fire and Metal will meet tonight!